| Σύνθετοι Τύποι: |
| asking price | n | (cost of sth being sold) | τιμή πώλησης ουσ.θηλ. |
| at any price | adv | literal (whatever the cost) | σε οποιαδήποτε τιμή έκφρ. |
| at any price | adv | figurative (whatever sacrifice is required) | με κάθε θυσία, με κάθε αντάλλαγμα, με οποιοδήποτε κόστος έκφρ. |
| base price | n | (price before adding: extras, shipping, taxes ) | καθαρή τιμή ουσ.θηλ. |
| come down in price | v | (become less expensive) γίνομαι λιγότερο ακριβός | πέφτει η τιμή μου έκφρ. |
| Θα αγοράσω το καινούριο μοντέλο κινητού όταν πέσει η τιμή του. |
| consumer price index | n | US (retail price index) | δείκτης τιμών καταναλωτή ουσ.αρ. |
| fixed-price | n | (price set in advance) | προκαθορισμένη τιμή, σταθερή τιμή ουσ.θηλ. |
| | καθομιλουμένη | τιμή φιξ ουσ.θηλ. |
| Note: hyphen used when term is an adj before a noun φιξ: άκλιτο, ξενικό |
| fixed-price | adj | (restaurant: complete meal at set price) σε εστιατόριο | ταμπλ ντοτ ουσ.ουδ. |
| Note: ταμπλ ντοτ: άκλιτο, ξενικό. Προϋποθέτει προκαθορισμένη τιμή και προκαθορισμένο μενού. |
| price cut | n | (discount, lowering of costs) | έκπτωση, μείωση τιμών ουσ.θηλ. |
| price-fixing | n | (agreed control of prices) | καθορισμός τιμών ουσ.αρ. |
| price freeze | n | (temporary fixing of prices) | πάγωμα τιμών ουσ.ουδ. |
| price tag | n | literal (label showing an item's cost) | ετικέτα, καρτέλα αναγραφόμενης τιμής ουσ.θηλ. |
| price tag | n | figurative (cost, value) μεταφορικά | αξία, τιμή ουσ.θηλ. |
| | | κόστος ουσ.ουδ. |
| sale price | n | (discounted cost) | έκπτωση ουσ.θηλ. |
|