proneness

 /ˈprəʊnnɪs/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
proneness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tendency)τάση, ροπή, κλίση ουσ θηλ
 Because of David's proneness to allergic reactions, he avoided many foods.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση proneness στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'proneness'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ bit

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης