prong

Listen:
 /prɒŋ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
prong nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spike of a fork)δόντι ουσ ουδ
 Most forks have four prongs, but some only have three.
 Τα περισσότερα πιρούνια έχουν τέσσερα δόντια, αλλά μερικά έχουν μόνο τρία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'prong' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση prong στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'prong'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: support | gripe

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.