proper

Listen:
 [ˈprɒpər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
proper adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (correct) (ορθός)σωστός επίθ
 The chef gave a demonstration of the proper way to skin a chicken.
 Ο σεφ έκανε μια επίδειξη του σωστού τρόπου γδαρσίματος του κοτόπουλου.
proper adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (socially appropriate)κατάλληλος επίθ
  (επίσημο)πρέπων μτχ ενεστ
  (λόγιο)αρμόζων μτχ ενεστ
 Her short dress was not proper clothing for church.
 Το κοντό της φόρεμα δεν ήταν κατάλληλο για την εκκλησία.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δεν είναι πρέπουσα αυτή η συμπεριφορά σου, πάντως.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δεν είναι αρμόζουσα αυτή η συμπεριφορά σου, πάντως.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
proper adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (formal)τυπικός επίθ
 The British nanny was very proper with the children.
proper adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (itself)αυτός καθαυτός έκφρ
 A handle is not part of a door proper, but it is an essential extra.
 Το χερούλι δεν είναι τμήμα της πόρτας αυτής καθαυτής, αλλά ένα απαραίτητο εξάρτημα.
proper adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fairly accurate)σχετικά ακριβής επίρ + επίθ
 We need around one hundred more staff, but will give you a proper figure tomorrow.
proper adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (real)κανονικός επίθ
 Potato chips and candy are not a proper dinner!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
proper legal name nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person's official full name)ορθό και πλήρες ονοματεπώνυμο φρ ως ουσ ουδ
 Please use your proper legal name when filling out this form.
proper noun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (name)κύριο όνομα ουσ ουδ
 In English, common nouns usually begin with a lower-case letter and proper nouns with a capital.
proper time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (appropriate moment)κατάλληλη στιγμή ουσ θηλ
 Fruit must be harvested at the proper time if it is to reach the consumer in peak condition.
proper to preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (characteristic of)χαρακτηριστικός επίθ
proper to preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (befitting, appropriate to)κατάλληλος, πρέπων επίθ
right and proper adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (correct, appropriate)σωστός, ακριβής, κατάλληλος επίθ
 It's only right and proper that you apologize to her.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'proper' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [the, a] proper way to [do, make, fix], the proper use of [cleaning products, semicolons, English], am I in the proper place?, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση proper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'proper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης