Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


puff pastry:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες

puff: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
puffn (food) φαγητόσφολιάτα ουσ.θηλ.
puffn (gust of air) αέραφύσημα ουσ.ουδ.
 μεταφορικάπνοή ουσ.θηλ.
puffn (of cigar) τσιγάρο, πούροτουλούπα ουσ.θηλ.
puffvi (expand, swell)φουσκώνω ρ.αμ.
puffvi (smoke)καπνίζω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηφουμάρω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηρουφάω τζούρα, παίρνω τζούρα έκφρ.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "puff".
Σύνθετοι Τύποι:
cream puffn (light filled pastry) γλύκισμασου ουσ.ουδ.
Note: σου: άκλιτο, ξενικό
cream puffn slang (weakling or effeminate man)η μετάφραση δεν είναι διαθέσιμη
Note: Δεν υπάρχει αντιστοιχία.
cream puffn (old car in good condition)η μετάφραση δεν είναι διαθέσιμη
Note: Δεν υπάρχει αντιστοιχία.
puff upvi (inflate, fill with air)φουσκώνω ρ.μετ.
puff upvi (swell)πρήζομαι, διογκώνομαι, φουσκώνω ρ.αμ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'puff pastry' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'puff pastry'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.

Report an inappropriate ad