purity

Listen:
 /ˈpjʊərɪtɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
purity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (water, etc.: uncontaminated state)καθαρότητα ουσ θηλ
 The purity of the water is tested every hour.
 Η καθαρότητα του νερού ελέγχεται ανά ώρα.
purity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person: chastity, virginity) (μεταφορικά, παλαιό)αγνότητα ουσ θηλ
 Her purity is an example to her thousands of followers.
 Η αγνότητά της είναι παράδειγμα για τους χιλιάδες θαυμαστές της.
purity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (colour: saturation)καθαρότητα ουσ θηλ
 The purity of the colours is better on glossy paper.
 Η καθαρότητα των χρωμάτων είναι καλύτερη σε γυαλιστερό χαρτί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
color purity (US),
colour purity (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(saturation)καθαρότητα χρώματος φρ ως ουσ θηλ
 Black, white or gray tones diminish the color purity.
 Οι μαύροι, λευκοί ή γκρίζοι τόνοι μειώνουν την καθαρότητα του χρώματος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'purity' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση purity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'purity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clever | creep

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.