Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


quick:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

quick: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
quickadj (fast) ταχύςγρήγορος επίθ.
 καθομιλουμένη: άμεσοςέτοιμος επίθ.
The salesperson had a quick answer for his questions.
Ο πωλητής είχε μια γρήγορη απάντηση στις ερωτήσεις του.
Ο πωλητής είχε έτοιμη απάντηση στις ερωτήσεις του.
quickadj (of short duration) σύντομοςγρήγορος επίθ.
 καθομιλουμένηστα γρήγορα επίρ.
I've only time for a quick visit.
Έχω χρόνο μόνο για μια γρήγορη επίσκεψη.
Έχω χρόνο μόνο για μια επίσκεψη στα γρήγορα.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "quick".
Σύνθετοι Τύποι:
make it quickv informal (hurry, be quick)βιάζομαι ρ.αμ.
quick exitn (rapid departure, escape)διάσωση, δραπέτευση, διαφυγή ουσ.θηλ.
 καθομιλουμένηγλιτωμός ουσ.αρ.
 καθομιλουμένησκαπουλάρισμα ουσ.ουδ.
quick on the drawadj figurative (having fast reflexes)γρήγορος, με γρήγορα αντανακλαστικά επίθ.
quick on the drawadj (tending to take offence)εύθικτος, ευερέθιστος, ευέξαπτος επίθ.
quick tempern (tendency to get angry)οξυθυμία ουσ.θηλ.
quick thinkingn (problem-solving in an emergency)γρήγορη σκέψη, αποφασιστικότητα ουσ.θηλ.
quick witn (sharpness, intelligence)γρήγορη σκέψη, οξύτητα ουσ.θηλ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'quick' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'quick'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad