racquet

 [ˈrækɪt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
racket,
racquet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tennis, etc.: long-handled bat)ρακέτα ουσ θηλ
 Audrey swung the racket and hit the ball.
 Η Όντρεϊ στριφογύρισε τη ρακέτα και χτύπησε το μπαλάκι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
racket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dishonest business) (καθομιλουμένη)κομπίνα ουσ θηλ
  παράνομη δραστηριότητα επίθ + ουσ θηλ
 Vincent is involved in some kind of racket and he's made a load of money from it.
racket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (noise) (ανεπίσημο)βαβούρα ουσ θηλ
  φασαρία ουσ θηλ
  θόρυβος ουσ αρσ
 You could tell the teacher wasn't in the room because of the racket the kids were making.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
numbers game,
numbers pool,
numbers,
numbers racket
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(gambling: illegal lottery) (ΗΠΑ)παράνομος τζόγος κατά τον οποίο τα στοιχήματα αφορούν αριθμητικούς συνδυασμούς
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
squash racket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (long-handled bat used in squash)ρακέτα του σκουός περίφρ
 Squash rackets are smaller and lighter than tennis rackets.
tennis racket,
tennis racquet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(long-handled bat used in tennis)ρακέτα του τένις ουσ θηλ
Σχόλιο: τένις: ξενικό, άκλιτο
 Most tennis rackets used to be made of wood, but now most are made of aluminum or graphite.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'racquet' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση racquet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'racquet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: journey | numb

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης