Listen: US - UK
raw: WordReference English-Greek Dictionary © 2010| Κύριες Μεταφράσεις |
| raw | adj | (uncooked) τρόφιμα | ωμός, άψητος επίθ. | | Not everyone who orders a steak Tartar knows it consists of raw meat. | | Δεν ξέρουν όλοι όσοι παραγγέλνουν στέικ ταρτάρ, ότι αποτελείται από ωμό (or: άψητο) κρέας. |
| raw | adj | (skin: tender) δέρμα | ερεθισμένος μτχ παθ. | | His skin was raw after the rubbing of his new pants. | | Το δέρμα του ήταν ερεθισμένο, λόγω της τριβής πάνω στο καινούριο του παντελόνι. |
| raw | adj | (untrained) μεταφορικά | ακατέργαστος επίθ. | | Never had the coach seen such raw talent in an aspiring gymnast. | | Ο προπονητής ποτέ δεν είχε δει ένα τόσο ακατέργαστο ταλέντο σ' έναν ανερχόμενο αθλητή της ενόργανης. | | Προτείνετε βελτιώσεις για το "raw". |
| Σύνθετοι Τύποι: |
| raw data | n | (computing: unprocessed information) Η/Υ | δεδομένα τα οποία δεν έχουν επεξεργαστεί ουσ.ουδ.πλ. |
| raw deal | n | figurative, informal (unjust treatment) | άδικη, αδικαιολόγητη συμπεριφορά ουσ.θηλ. |
| raw material | n | (sth in its natural state) | πρώτη ύλη ουσ.θηλ. | | Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'raw' στον τίτλο:Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'raw'
In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic
|