reality

Listen:
 /rɪˈælɪtɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
reality nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fact) (γεγονός)πραγματικότητα, αλήθεια ουσ θηλ
 The reality is that smoking kills.
 Η πραγματικότητα (or: αλήθεια) είναι ότι το κάπνισμα σκοτώνει.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
reality nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (state of being real)πραγματικότητα ουσ θηλ
 What does Aristotle say about the nature of reality?
reality nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb]'s perception of truth)αντίληψη της πραγματικότητας φρ ως ουσ θηλ
 Her reality is different than ours.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
daily reality nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (everyday fact or routine)καθημερινότητα ουσ θηλ
  καθημερινή πραγματικότητα επίθ + ουσ θηλ
 Living in fear of deportation is a daily reality for undocumented workers.
grim reality nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (harsh truth of a situation)πικρή αλήθεια έκφρ
 The grim reality is that the chances of finding any more survivors are next to zero.
in reality advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in actual fact)στην πραγματικότητα έκφρ
 Some people believe Mercury is the hottest planet when in reality Venus is hotter.
reality check nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] that disabuses [sb] of unrealistic ideas) (κατά λέξη)αξιολόγηση της πραγματικότητας περίφρ
  (μεταφορικά, καθομ)σκούντημα, ταρακούνημα ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)reality check φρ ως ουσ ουδ άκλ
reality television nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (TV about real-life situations or people)ριάλιτι τηλεόραση φρ ως ουσ θηλ
reality TV nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unscripted TV programs)εκπομπή ριάλιτι ουσ θηλ
Σχόλιο: ριάλιτι: ξενικό, άκλιτο
 Reality TV is very popular right now.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'reality' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reality στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'reality'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: seem | warp

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.