realize

Listen:
 [ˈrɪəlaɪz]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
realize [sth],
also UK: realise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(be aware of)διαπιστώνω, συνειδητοποιώ, καταλαβαίνω ρ μ
  αντιλαμβάνομαι ρ μ
  (καθομιλουμένη, μτφ)πιάνω ρ μ
 I hope he realizes his mistake soon.
 Ελπίζω να συνειδητοποιήσει (or: καταλάβει) το σφάλμα του σύντομα.
realize,
realize that,
also UK: realise,
realise that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: be aware that)συνειδητοποιώ ότι/πως, αντιλαμβάνομαι ότι/πως, καταλαβαίνω ότι/πως περίφρ
 Did you realize that the school term starts next Monday?
 Συνειδητοποίησες ότι η σχολική χρονιά ξεκινά την επόμενη Δευτέρα;
realize how/what/who,
also UK: realise how/what/who
vtr + conj
(be aware) (πως, πόσο, τι, ποιος)συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω ρ μ
 He doesn't realize how important this is for me.
 Δε συνειδητοποιεί πόσο σημαντικό είναι αυτό για μένα.
realize [sth],
also UK: realise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(fulfil, make real)πραγματοποιώ ρ μ
  υλοποιώ ρ μ
  (καθομιλουμένη)κάνω πραγματικότητα περίφρ
 I hope you realize your dreams.
 Ελπίζω να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου.
realize [sth],
also UK: realise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(obtain, earn)αποκομίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)βγάζω ρ μ
 The company realized a profit last quarter.
realize [sth],
also UK: realise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(convert into money)ρευστοποιώ ρ μ
 They realized all the company's assets.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'realize' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: realize the [importance, value, potential] of, realize your [errors, mistake], realize that you [forgot, mistook, finished], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση realize στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'realize'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: full | neat

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης