reboot

Listen:
 /riːˈbuːt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
reboot [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (computing: restart)επανεκκινώ ρ μ
  (καθομιλουμένη)κάνω reboot περίφρ
  μπουτάρω ρ μ
 You need to reboot for this change to take effect.
 Θα πρέπει να επανεκκινήσεις τον υπολογιστή για να εφαρμοστεί αυτή η αλλαγή.
reboot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (new version: of a movie, etc.) (καθομιλουμένη)ριμέικ ουσ ουδ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reboot στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'reboot'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: desk | mount

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.