reboot

SpeakerListen:
Scot
 /ˌriːˈbuːt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
reboot,
reboot [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(computing: restart) (Η/Υ)επανεκκινώ ρ.μετ.
 You need to reboot for this change to take effect.
 Θα πρέπει να επανεκκινήσεις τον υπολογιστή για να εφαρμοστεί αυτή η αλλαγή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reboot στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'reboot'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης