receipt

Listen:
 [rɪˈsiːt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (proof of payment)απόδειξη ουσ θηλ
 Larry paid for his shopping and the cashier handed him a receipt.
 Ο Λάρι πλήρωσε για τα ψώνια του και ο ταμίας του έδωσε την απόδειξη.
receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (proof that goods were received) (διαδικασία)παραλαβή ουσ θηλ
  (έγγραφο)απόδειξη παραλαβής φρ ως ουσ θηλ
 Our records show receipt of the package last Wednesday.
 Τα στοιχεία μας δείχνουν ότι έγινε παραλαβή του πακέτου την περασμένη Τετάρτη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
acknowledge receipt of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (confirm you have received [sth] sent)βεβαιώνω λήψη ρ μ
 Please acknowledge receipt of this letter.
acknowledgment of receipt (US),
acknowledgement of receipt (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(law: verification)επιβεβαίωση λήψης, επιβεβαίωση παραλαβής περίφρ
customer receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (packing slip) (για ιδιώτη πελάτη)απόδειξη ουσ θηλ
purchase receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slip or document: proof of payment)απόδειξη αγοράς φρ ως ουσ θηλ
 Acme Stores requires a purchase receipt if you wish to return something.
receipt book nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (book containing receipt slips)βιβλίο αποδείξεων ουσ ουδ
 I should have a record of that purchase somewhere in my receipt book.
return receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (document signed on receiving mail)απόδειξη παραλαβής ουσ θηλ
sales receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slip or document: proof of payment) (έγγραφο εξόφλησης)απόδειξη ουσ θηλ
  απόδειξη πληρωμής φρ ως ουσ θηλ
tax receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (detailed proof of purchase for tax purposes)απόδειξη είσπραξης φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'receipt' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: the receipt [date, amount, number], [credit card, gasoline, purchase, store, shopping] receipts, would you like your receipt?, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση receipt στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'receipt'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: party | tap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης