reduced

Listen:
 /rɪˈdjuːst/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
reduced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lessened)μειωμένος μτχ πρκ
  (μεταφορικά)πεσμένος μτχ πρκ
  (από επιλογή)κατεβασμένος μτχ πρκ
 The reduced temperature makes the room more comfortable.
 Η μειωμένη θερμοκρασία κάνει το δωμάτιο πιο άνετο.
reduced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (price, item: cheaper) (τιμές)μειωμένος μτχ πρκ
  (μεταφορικά)πεσμένος, κατεβασμένος μτχ πρκ
 Reduced prices are effective through Sunday.
 Οι μειωμένες τιμές ισχύουν μέχρι την Κυριακή.
 Οι πεσμένες (or: κατεβασμένες) τιμές ισχύουν μέχρι την Κυριακή.
reduced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sauce: concentrated) (σάλτσα)συμπυκνωμένος μτχ πρκ
 Add butter to the reduced sauce and stir in to melt.
 Πρόσθεσε βούτυρο στη συμπυκνωμένη σάλτσα και ανακάτεψε για να λειώσει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
reduced level nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lesser degree or amount)μειωμένο επίπεδο ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 A reduced level of pollution has been detected in that area.
reduced price nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (discount)μειωμένη τιμή, έκπτωση ουσ θηλ
reduced rates nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (discounted fees)μειωμένο κόστος ουσ αρσ
 Hotels charge reduced rates to tourists who come in the autumn.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'reduced' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reduced στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'reduced'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.