regard

Listen:
 /rɪˈɡɑːd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
regard [sb] as [sth] vtr + prep (look upon) (κάποιον κάτι)θεωρώ ρ μ
 He regarded him as a hero.
 Τον θεωρούσε ήρωα.
regard [sth] as [sth] vtr + prep (think of) (κάτι ως κάτι άλλο)θεωρώ ρ μ
  (κάπως ή ως κάτι)αντιμετωπίζω ρ μ
 She regards it as an exception to the rule.
 Το θεωρεί μια εξαίρεση του κανόνα.
 Το αντιμετωπίζει ως μια εξαίρεση του κανόνα.
regard [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (watch, observe)παρατηρώ ρ μ
  κοιτάζω επίμονα, κοιτάζω προσεκτικά ρ μ + επίρ
 He regarded her movements with interest.
regard [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." archaic (concern)αφορώ ρ μ
 This letter regards your recent behaviour.
regard [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (esteem) (κάποιον άλλο)εκτιμώ, σέβομαι ρ μ
  έχω σε υπόληψη περίφρ
  (εγώ ο ίδιος)χαίρω εκτίμησης περίφρ
  (κάποιος εκτιμά εμένα)με έχει σε εκτίμηση περίφρ
 She is regarded very highly by her boss.
 Το αφεντικό της την εκτιμά πολύ.
 Χαίρει μεγάλης εκτίμησης από το αφεντικό της.
regard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (consideration)προσοχή, φροντίδα ουσ θηλ
  ενδιαφέρον ουσ ουδ
  μέριμνα ουσ θηλ
 The doctor is liked and respected for the regard she shows for her patients' welfare.
regard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (esteem)εκτίμηση, υπόληψη ουσ θηλ
 She is held in high regard.
regards nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (best wishes)χαιρετίσματα ουσ ουδ πλ
  (επίσημο)χαιρετισμοί ουσ αρσ πλ
 He sends you his regards.
 Σου στέλνει χαιρετίσματα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Κύριε πρόεδρε, έχετε χαιρετισμούς από τον κ. Παπαδόπουλο.
regards exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." written (closing: letter, email, etc)χαιρετισμούς ουσ αρσ πλ
  με φιλικούς χαιρετισμούς φρ
 Regards, Mike
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
have regard for [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (respect)εκτιμώ, σέβομαι ρ μ
  νιώθω σεβασμό για κπ/κτ, νιώθω εκτίμηση για κπ/κτ περίφρ
  (συνήθως για πρόσωπα)έχω κπ/κτ σε εκτίμηση, έχω κπ/κτ σε υπόληψη περίφρ
 I have great regard for my parents' achievements.
high regard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (great esteem, respect)υψηλή εκτίμηση, ιδιαίτερη εκτίμηση επίθ + ουσ θηλ
  μεγάλος σεβασμός επίθ + ουσ αρσ
hold [sb/sth] in high regard v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have great respect for)έχω σε υχηλή εκτίμηση, έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση περίφρ
regard [sb] with esteem v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (respect)σέβομαι ρ μ
  τρέφω εκτίμηση για κπ φρ
  (εγώ ο ίδιος)χαίρω σεβασμού φρ
  (εμένα)με σέβονται περίφρ
 The old professor was regarded with esteem by his fellow faculty members.
with regard to,
in regard to
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(concerning)σχετικά με, αναφορικά με επίρ
 I am writing to you with regard to your son's behaviour in class.
 Σας γράφω σχετικά με τη συμπεριφορά του γιου σας στην αίθουσα.
without regard to exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (with no concern for)αδιάφορα επίρ
 He kept talking loudly on his cell phone without regard to the other theater patrons.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'regard' found in these entries
In the English description:
Collocations: regarded as the [best, first, fastest, safest], the [high, low, poor] regard (that), regard you as a [father, best friend], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση regard στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'regard'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.