Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


remote:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

remote: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
remoteadj (distant) σε χώρο, χρόνομακρινός, απόμακρος επίθ.
 ξεκομμένοςαπόμερος επίθ.
He lives in a remote village about 100 km from here.
Ζει σ' ένα μακρινό (or: απόμακρο) χωριό, περίπου 100 χμ από 'δω.
Ζει σ' ένα απόμερο χωριό, περίπου 100 χμ απο 'δω.
remoten (TV: remote control) συσκευήτηλεχειριστήριο ουσ.ουδ.
 καθομιλουμένητηλεκοντρόλ ουσ.ουδ.
Note: τηλεκοντρόλ: άκλιτο
Give me the remote so I can choose a channel.
Δώσ' μου το τηλεχειριστήριο να διαλέξω κανάλι.
Δώσ' μου το τηλεκοντρόλ να διαλέξω κανάλι.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "remote".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'remote' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'remote'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad