remote control

Listen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
remote control nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: operates [sth] from a distance)τηλεχειριστήριο ουσ ουδ
 The remote control for the TV didn't work because the batteries were flat.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'remote control' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση remote control στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'remote control'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: avoid | piss

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.