Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


rewarded:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες

reward: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
rewardn (prize) βραβείοέπαθλο ουσ.ουδ.
 έμπρακτη αναγνώρισηεπιβράβευση, ανταμοιβή ουσ.θηλ.
 αντάλλαγμα για υπηρεσίααμοιβή ουσ.θηλ.
A valuable reward was offered to the winner of the contest.
Στο νικητή του διαγωνισμού προσφέρθηκε ένα βαρύτιμο έπαθλο.
* Η προαγωγή ήρθε ως επιβράβευση (or: ανταμοιβή) της σκληρής του εργασίας όλα αυτά τα χρόνια.
* Η αστυνομία προσφέρει μεγάλη αμοιβή για πληροφορίες που αφορούν τη ληστεία.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "reward".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'rewarded' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'rewarded'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad