rig

Listen:
 [ˈrɪg]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rig,
oil rig
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(machine for drilling oil on land)γεωτρύπανο ουσ ουδ
 Onshore rigs are different from offshore rigs.
 Τα γεωτρύπανα που χρησιμοποιούνται στη στεριά διαφέρουν από εκείνα που χρησιμοποιούνται στη θάλασσα.
rig,
oil rig
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (platform for drilling oil at sea)εξέδρα εξόρυξης πετρελαίου, εξέδρα άντλησης πετρελαίου φρ ως ουσ θηλ
  πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου, πλατφόρμα άντλησης πετρελαίου φρ ως ουσ θηλ
  (πιο απλά)εξέδρα, πλατφόρμα ουσ θηλ
 Martin works on a rig, so he's away from home for several months at a time.
 Ο Μάρτιν δουλεύει σε μια πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου (or: πλατφόρμα άντλησης πετρελαίου), γι' αυτό λείπει από το σπίτι του για αρκετούς συνεχόμενους μήνες.
rig [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (install, set up)στήνω ρ μ
  κατασκευάζω, φτιάχνω ρ μ
 The rain was coming down hard and Wendy realised she would have to rig something to shelter under.
 Έβρεχε πολύ και η Γουέντι συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να κατασκευάσει (or: φτιάξει) κάτι για να μπει από κάτω και να προστατευτεί από τη βροχή.
rig [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fit sails: on a boat)εξαρτίζω, αρματώνω ρ μ
 Harry is rigging his boat.
 Ο Χάρι εξαρτίζει (or: αρματώνει) το σκάφος του.
rig [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (election, contest, etc.: fix outcome) (μεταφορικά)στήνω ρ μ
  νοθεύω ρ μ
  (μεταφορικά: αποτελέσματα)μαγειρεύω ρ μ
 The politician was accused of rigging the election.
 Κατηγόρησαν τον πολιτικό ότι έστησε τα αποτελέσματα των εκλογών.
rig [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (price: set illegally)στήνω ρ μ
 In 2012, Barclays was fined for rigging the Libor rate.
 Το 2012 επιβλήθηκε πρόστιμο στη Barclays με την κατηγορία ότι έστησε το διατραπεζικό επιτόκιο του Λονδίνου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (tractor trailer)νταλίκα ουσ θηλ
 Barry drove his rig along the highway.
rig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (apparatus, equipment)εξοπλισμός ουσ αρσ
  εξαρτήματα ουσ ουδ πλ
  εξάρτυση ουσ θηλ
 The film crew arrived with their rig.
rig [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (fix, set [sth](ανεπίσημο)στήνω ρ μ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)μαγειρεύω ρ μ
Σχόλιο: Η επιλογή εξαρτάται από το υποκείμενο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
rig [sth] out vtr + adv (boat: equip)εξοπλίζω ρ μ
 This boat has been rigged out for speed.
rig [sth] up vtr + adv informal (set up: [sth] makeshift) (πρόχειρα, αυτοσχέδια)φτιάχνω, στήνω ρ μ
 We rigged up a tent out of a bedspread and camped in the back yard.
rigging,
rig
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(boat: sails, masts)εξάρτιση ουσ θηλ
  αρμάτωμα ουσ ουδ
 The ship's rigging was finally complete and she was ready to sail.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rig' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: [oil, gas] rigs, an [oil] rig in the North Sea, works on an oil rig, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rig στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rig'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης