ripper

SpeakerListen:
 /ˈrɪpəʳ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
ripper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (murderer with knife) (δολοφόνος)μαχαιροβγάλτης ουσ αρσ
ripper,
seam ripper,
stitch ripper
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(needlework: stitch remover)αυτός που κόβει τα ράμματα ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
ripper interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" Aus, informal (great, excellent)ωραία! επιφ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ripper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ripper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης