ripper

Listen:
 /ˈrɪpə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
ripper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (murderer with knife)μαχαιροβγάλτης ουσ αρσ
 The police finally caught the famous ripper from the 1960s.
ripper,
seam ripper,
stitch ripper
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(needlework: stitch remover)εξωλκέας ραμμάτων φρ ως ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The tailor used a ripper to remove the bad stitching.
ripper interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" Aus, informal (great, excellent)ωραία!, τέλεια! επιφ
  (αργκό)σούπερ! επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ripper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ripper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: again | twine

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.