Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


risk:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

risk: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
riskn (hazard)κίνδυνος ουσ.αρ.
 καθομιλουμένηρίσκο ουσ.ουδ.
Riding a bicycle without a helmet is a risk I prefer to avoid.
Το να ποδηλατώ χωρίς κράνος είναι ένας κίνδυνος που προτιμώ να αποφεύγω.
Το να ποδηλατώ χωρίς κράνος είναι ένα ρίσκο που προτιμώ να αποφεύγω.
riskvtr (take a chance) θέτω σε κίνδυνορισκάρω ρ.μετ.
 επίσημοδιακινδυνεύω ρ.μετ.
 λόγιοδιακυβεύω ρ.μετ.
I risked all my money in the casino.
Ρίσκαρα όλα μου τα χρήματα στο καζίνο.
* Διακινδύνεψε τη ζωή του στη θάλασσα, προσπαθώντας να σώσει τον άγνωστο.
Η απεργία των πιλότων διακυβεύει το μέλλον του τουρισμού.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "risk".
Σύνθετοι Τύποι:
calculated riskn (sth chanced while aware of the risk)λελογισμένος, υπολογισμένος κίνδυνος ουσ.αρ.
put at riskvtr (endanger)θέτω σε κίνδυνο ρ.μετ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'risk' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'risk'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad