rosemary

Listen:
 /ˈrəʊzmərɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
rosemary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (herb)δεντρολίβανο ουσ ουδ
 Rosemary goes well with potatoes.
rosemary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (herbaceous plant)δεντρολίβανο ουσ ουδ
  ρόζμαρι ουσ ουδ άκλ
 Monica grows rosemary in her garden.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rosemary στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rosemary'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ coach

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης