salivate

 /ˈsælɪveɪt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
salivate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (mouth: water)εκκρίνω σάλιο ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'salivate' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση salivate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'salivate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης