salivate

 /ˈsælɪˌveɪt/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
salivate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (mouth: water)εκκρίνω σάλιο ρ μ
 Henry salivated at the smell of freshly baked banana bread.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'salivate' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση salivate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'salivate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης