sand

SpeakerListen:
UKScot
 /ˈsændflaɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
sand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (beach)άμμος ουσ θηλ
 The beach has fine white sand.
 Η παραλία έχει ψιλή άμμο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
sand vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (polish with sand)τρίβω με γυαλόχαρτο περίφρ
  (καθομιλουμένη)γυαλοχαρτάρω ρ μ
 She sanded the table until the varnish was gone.
sand vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (add sand to)γεμίζω με άμμο, πληρώνω με άμμο περίφρ
 They sanded the stage for the tap dancers.
sand vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fill with sand)πραγματοποιώ προσάμμωση, κάνω προσάμμωση περίφρ
 They sanded the island's artificial shores to make beaches.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
grain of sand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sand particle)κόκκος άμμου φρ ως ουσ αρσ
 When you have a picnic on the beach, it's easy to get grains of sand in your food.
have your head in the sand viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (ignore or be in denial of reality) (μεταφορικά)στρουθοκαμηλίζω ρ αμ
oil sand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thick bitumen deposit)πετρελαιοφόρος αμμόλιθος επίθ + ουσ αρσ
  πετρελαιοφόρος άμμος επίθ + ουσ θηλ
  ασφαλτούχος άμμος επίθ + ουσ θηλ
sand castle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sculpture made with wet sand)πύργος στην άμμο ουσ αρσ
 Children love to make sand castles on the beach.
sand crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of crustacean) (αναφορά σε διάφορα είδη)καβούρι, καβουράκι ουσ ουδ
sand dune nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hill of sand created by wind)αμμόλοφος ουσ αρσ
 Martina and Sally spent the whole afternoon playing hide-and-seek among the sand dunes.
sand eel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small elongated fish)αμμόχελο ουσ ουδ
sand fly nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flying parasitic insect) (αναφορά σε διάφορα έντομα)σκνίπα ουσ θηλ
  σκνιπάκι ουσ ουδ
sand smelt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of saltwater fish) (μικρό ψάρι)αθερίνα ουσ θηλ
  αθερινός, σουβλίτης ουσ αρσ
  σουβλομύτης ουσ αρσ
sand trap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (golf: bunker with sand) (γκολφ)κοιλότητα εδάφους γεμισμένη με άμμο ουσ θηλ
sand tray nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (play area: container of sand, sandpit)σκάμμα με άμμο περίφρ
sand-choked adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (waterway: blocked by sand)φραγμένος με άμμο περίφρ
sand-skiing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: skiing on sand)σκι στην άμμο περίφρ
white sand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (very pale beach sand)λευκή άμμος επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'sand' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sand στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sand'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης