scale: WordReference English-Greek Dictionary © 2009| Κύριες Μεταφράσεις |
| scale | n | (for weighing) βάρους | ζυγαριά ουσ.θηλ. |
| | για μεγάλα βάρη | πλάστιγγα ουσ.θηλ. |
| | επίσημο | ζυγός ουσ.αρ. | | The boxer stepped onto the scale. | | Ο πυγμάχος ανέβηκε στη ζυγαριά. | | * Ανέβασε το αυτοκίνητο στην πλάστιγγα για να το ζυγίσει. | | * Εάν στους δύο δίσκους τοποθετήσουμε δύο σώματα ίδιου βάρους, ο ζυγός θα ισορροπήσει. |
| scale | n | (on fish) ψαριού | λέπι ουσ.ουδ. |
| | επίσημο | φολίδα ουσ.θηλ. | | Most fish are covered in scales. | | Τα περισσότερα ψάρια είναι καλυμμένα από λέπια. | | * Το συγκεκριμένο είδος βαθύβιου ψαριού καλύπτεται από τριγωνικές φολίδες που φωσφορίζουν. |
| scale | n | (size ratio) μέγεθος | κλίμακα ουσ.θηλ. | | The map is drawn on a thousand to one scale. | | Ο χάρτης έχει σχεδιαστεί σε κλίμακα 1000:1. |
| scale | n | (system of measurement) σύστημα μέτρησης | κλίμακα ουσ.θηλ. | | Please rate the class on a scale of ten. | | Σε παρακαλώ βαθμολόγησε αυτήν την τάξη σε κλίμακα από το ένα ως το δέκα. |
| scale | n | (size) | κλίμακα ουσ.θηλ. | | The dam project was conceived on a grand scale. | | Το σχέδιο για το φράγμα συνελήφθη σε μεγάλη κλίμακα. |
| scale | vtr | (climb over) σκαρφαλώνω πάνω από, μικρού ύψους | διασκελίζω ρ.μετ. | | The boys scaled the fence. | | Τα παιδιά διασκέλισαν τον φράχτη. |
| scale | vtr | (adjust the size of) | φτιάχνω σε κλίμακα έκφρ. | | He scaled the model so that it was one tenth of the actual size. | | Έφτιαξε το μοντέλο σε κλίμακα, έτσι ώστε είχε το ένα δέκατο του πραγματικού μεγέθους. | | Προτείνετε βελτιώσεις για το "scale". |
| Σύνθετοι Τύποι: |
| on a large scale | adv | (to a great extent) σε μεγάλη έκταση | σε μεγάλη κλίμακα εμπρ. |
| sliding scale | n | (priced according to income) | κλίμακα ουσ.θηλ. | | Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'scale model' στον τίτλο:Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'scale model'
In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic
|