WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
score-settling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (revenge, act of getting even with [sb](μεταφορικά: ανταποδίδω)ισοφαρίζω, πατσίζω ρ αμ
  πληρώνω με το ίδιο νόμισμα, την κάνω γυριστή έκφρ
  παίρνω το αίμα μου πίσω έκφρ
 The police described the murder as a case of score-settling among gangsters.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση score-settling στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'score-settling'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης