scorn

Listen:
 [ˈskɔːrn]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scorn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contempt, disrespect)περιφρόνηση, καταφρόνηση ουσ θηλ
 David felt nothing but scorn for the colleague who had tried to steal his job.
 Ο Ντέιβ ένιωθε μονάχα περιφρόνηση (or: καταφρόνηση) για τον συνάδελφο που προσπάθησε να του κλέψει τη δουλειά.
scorn [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (reject [sb])περιφρονώ ρ μ
 Linda wanted to be friends with the cool girls at school, but they scorned her.
 Η Λίντα ήθελε να γίνει φίλη με τα δημοφιλή κορίτσια του σχολείου, αλλά εκείνες την περιφρονούσαν.
scorn [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (reject help, offer)απορρίπτω, αρνούμαι ρ μ
  (λόγιος)περιφρονώ ρ μ
 Edward scorned Carol's offer of help.
 Ο Έντουαρντ απέρριψε (or: αρνήθηκε) την προσφορά της Κάρολ να τον βοηθήσει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'scorn' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: full of scorn for the [press, students, workers, newspaper], felt scorn for (all) those who [said, made, believed], felt scorn for the [man, person, individual] who, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scorn στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'scorn'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: guest | cheapskate

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης