WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scorner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: shows contempt)περιφρονητικός επίθ
  καταφρονητικός επίθ
  χλευαστικός επίθ
scorner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: disregards rules)που περιφρονεί συμβάσεις και κανόνες περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scorner στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'scorner'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fake | sly

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης