scornful

Listen:
 [ˈskɔːrnfəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scornful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (contemptuous)περιφρονητικός επίθ
 Mrs. Murphy gave a scornful look to the teenager with sagging pants.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'scornful' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scornful στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'scornful'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: own | rough

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης