scorpion

Listen:
 'scorpion': [ˈskɔːpiən]; 'Scorpion': [ˈskɔːpɪən]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scorpion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal with stinging tail) (ζώο με κεντρί στην ουρά)σκορπιός ουσ αρσ
 Tina was horrified when she found a scorpion in her garden.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
rock scorpion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (arachnid that stings) (ζωολογία)είδος σκορπιού της νότιας Αφρικής
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Πρόκειται για το είδος «Hadogenes troglodytes».
 The rock scorpion is the longest scorpion in the world.
Scorpio,
Scorpius,
the Scorpion
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(constellation) (αστερισμός)Σκορπιός ουσ αρσ κύρ
 Scorpio is visible on a clear night.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'scorpion' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scorpion στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'scorpion'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης