scotch

Listen:
 'Scotch', 'scotch': [ˈskɒtʃ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Scotch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (whisky from Scotland)ουίσκι ουσ ουδ
  (κατά λέξη)σκοτσέζικο ουίσκι επίθ + ουσ ουδ
Scotch adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (product: from Scotland)σκοτσέζικος επίθ
Scotch adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." dated, potentially offensive (Scottish, Scots)Σκωτσέζος, Σκοτσέζος επίθ
scotch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (rumor, etc.: end)τελειώνω, σταματάω, σταματώ ρ μ
  βάζω ένα τέλος σε κτ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Scotch tape,
scotch tape
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
uncountable, ® (clear adhesive tape) (εμπορικό σήμα)σελοτέιπ ουσ ουδ άκλ
  κολλητική ταινία επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: As a registered trademark, “Scotch” should be capitalized, but it is sometimes not capitalized in informal communication.
Scotch whisky nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Scottish liquor)σκοτσέζικο ουίσκι ουσ ουδ
Σχόλιο: ουίσκι: ξενικό, άκλιτο
 She always drank Scotch whisky on ice.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'scotch' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scotch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'scotch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: own | rough

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης