scoundrel

Listen:
 [ˈskaʊndrəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scoundrel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (dishonourable person) (αποδοκιμασίας, μειωτικό)κάθαρμα, παλιοτόμαρο ουσ ουδ
  παλιάνθρωπος ουσ αρσ
  απόβρασμα ουσ ουδ
  κουμάσι ουσ ουδ
 That scoundrel has run off with my car!
 Αυτό το κάθαρμα (or: παλιοτόμαρο) το έσκασε με το αμάξι μου!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'scoundrel' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scoundrel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'scoundrel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης