scout

Listen:
 'scout', 'Scout': [ˈskaʊt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scout,
boy scout
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(member of boys' youth group)πρόσκοπος ουσ αρσ
 Matthew is a scout.
 Ο Μάθιου είναι πρόσκοπος.
Girl Scout (US),
Girl Guide,
Guide (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(member of girls' youth group)πρόσκοπος, προσκοπίνα ουσ θηλ
 Paula is a scout.
 Η Πόλα είναι πρόσκοπος.
scout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person sent ahead)ανιχνευτής, ανιχνεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The commanding officer sent two soldiers out as scouts to see if the way was clear.
scout viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (search, explore)ερευνώ, εξερευνώ ρ μ
  κάνω έρευνα, κάνω αναζήτηση περίφρ
 Oliver and Mary scouted the area for a suitable business to buy.
 Ο Όλιβερ και η Μέρι έκαναν έρευνα (or: έκαναν αναζήτηση) στην περιοχή για να δουν εάν υπάρχει κάποια κατάλληλη επιχείρηση που μπορούν να αγοράσουν.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (observer, spy)κατάσκοπος ουσ αρσ/θηλ
  ανιχνευτής, ανιχνεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The company uses scouts to keep an eye on the competition.
scout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports, performing arts: talent scout)κυνηγός ταλέντων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  (ζαργκόν, καθομιλουμένη: αθλητικά)σκάουτερ ουσ αρσ άκλ
 The members of the team were nervous as they'd heard there was a scout watching the match.
scout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly Oxford University (college servant)οικονόμος ουσ αρσ/θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία στα ελληνικά δεδομένα.
 Larry was pleased to see the scout had cleaned the bathroom.
scout n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (relating to youth group)προσκοπικός επίθ
scout viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (seek)αναζητώ, ψάχνω ρ μ
 The HR team is scouting for bright graduates to join the company.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
boy scout,
Boy Scout
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(member of boys' youth group)πρόσκοπος ουσ αρσ
  (μικρή ηλικία)προσκοπάκι ουσ ουδ
 Both of my brothers were boy scouts.
boy scout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, figurative, informal (male: virtuous) (μτφ, ειρωνικά)πρόσκοπος ουσ αρσ
 He always had this squeaky-clean boy scout image.
Brownie,
Brownie Guide
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (young Girl Guide, Girl Scout) (μεταφορικά: πρόσκοπος ηλικίας 7-11 ετών)Πουλί ουσ ουδ
  πρόσκοπος ουσ θηλ
  (σπάνιο)προσκοπίνα ουσ θηλ
Σχόλιο: Γράφεται με κεφαλαίο «Π».
 You wouldn't believe it but my sister was once a Brownie.
 Δεν θα το πιστέψεις, αλλά η αδερφή μου ήταν προσκοπίνα κάποτε.
Girl Scout (US),
Girl Guide (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(member of girls' youth group)προσκοπίνα ουσ θηλ
 I was a Girl Scout when I was young.
guide nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (member of girls' youth group) (οδηγισμός)οδηγός ουσ θηλ
Scout badge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (patch awarded to a Scout)προσκοπικό σήμα επίθ + ουσ ουδ
scout camp nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organized outdoor activity for boys)κατασκήνωση προσκόπων ουσ θηλ
 We played capture-the-flag at scout camp.
talent scout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (recruiter: for sports, entertainment)κυνηγός ταλέντων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  (ζαργκόν, καθομιλουμένη: αθλητικά)σκάουτερ ουσ αρσ άκλ
 Paul joined the local football team, and soon a talent scout spotted him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'scout' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: wearing his scout [badges, uniform], [clean, set up, open] the scout hut, is the scout leader, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scout στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'scout'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: journey | numb

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης