Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

sea bream

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο sea παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης:bream

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
sea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (smaller than ocean) (μικρότερη από ωκεανό)θάλασσα ουσ θηλ
 The Mediterranean is a sea, not an ocean.
 Η Μεσόγειος είναι θάλασσα, όχι ωκεανός.
sea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expanse of salt water) (όγκος αλμυρού νερού)θάλασσα ουσ θηλ
 The sea is home to thousands of different species of fish.
 Η θάλασσα φιλοξενεί χιλιάδες διαφορετικά είδη ψαριών.
sea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often pl (movement of the sea)κύμα ουσ ουδ
  (μεταφορικά)θάλασσα ουσ θηλ
 Heavy seas caused the boat to sink.
 Τα μεγάλα κύματα έκαναν τη βάρκα να βυθιστεί.
 Είχε θάλασσα και για αυτό βυθίστηκε η βάρκα.
a sea of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (large quantity) (μεταφορικά)θάλασσα ουσ θηλ
 The festival crowd was a sea of faces.
sea n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (of the sea)θαλάσσιος επίθ
  θαλασσινός επίθ
 The sea turtle comes to the beach to mate.
 Η θαλάσσιες χελώνες βγαίνουν στην ακτή για να ζευγαρώσουν.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην πιεις θαλασσινό νερό!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
air-sea rescue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emergency service at sea)αεροναυτική διάσωση ουσ θηλ
at sea adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (disorientated)αποπροσανατολισμένος, χαμένος μτχ.
 Clara was all at sea in the advanced calculus class.
at sea advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on the open water)στην θάλασσα επίρ
 The old sailor loves to recount his adventures at sea.
burial at sea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sailor's funeral)κηδεία στην θάλασσα ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 My grandfather had an honoured burial at sea.
burial at sea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disposal of ashes in ocean)ρίξιμο της τέφρας στην θάλασσα
by sea advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (via boat or ship)μέσω θαλάσσης επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 I hate travelling by sea because I get seasick easily.
Caribbean Sea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of Atlantic Ocean off Gulf of Mexico)Καραϊβική Θάλασσα ουσ θηλ
 I enjoyed a cruise in the Caribbean Sea, visiting Puerto Rico, Barbados and the American Virgin Islands.
Dead Sea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (body of salt water in Middle East)Νεκρά θάλασσα, Αλμυρά θάλασσα ουσ θηλ
 The Dead Sea is a huge salt lake between Israel and Jordan lying 422 meters below sea level.
deep-sea diver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who scuba dives at great depths)δύτης ανοικτής θάλασσας ουσ αρσ
 Deep-sea divers are tying to repair the leaking oil-pipe.
deep-sea diving nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scuba diving at great depths)καταδύσεις ανοικτής θάλασσας ουσ θηλ πλ
 Deep-sea diving opens a whole new universe to scientists, engineers and archaeologists.
lost at sea adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (missing in or on the ocean)που χάθηκε στη θάλασσα περίφρ
 The divers found, on the ocean floor, the ship that had been lost at sea for several weeks.
over sea level advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (higher than the ocean's surface)πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας περίφρ
put out to sea v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (leave land, embark)σαλπάρω, αποπλέω ρ αμ
 We put out to sea expecting an easy voyage, but the storm quickly forced us back to port.
 Σαλπάραμε με την προσδοκία ενός εύκολου ταξιδιού, αλλά η καταιγίδα μας ανάγκασε να γυρίσουμε γρήγορα στο λιμάνι.
put to sea v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (ship: leave land)σαλπάρω ρ αμ
 We'll put to sea again once the sails have been repaired.
rough sea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stormy or choppy sea)αγριεμένη θάλασσα ουσ θηλ
 Rough seas prevented his return from Capri to Naples.
sea anemone nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tentacled sea creature)θαλάσσια ανεμώνη επίθ + ουσ θηλ
  Ανεμώνη της θάλασσας φρ ως ουσ θηλ
sea bass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marine fish)λαβράκι ουσ ουδ
 My favourite type of fish is sea bass.
 Το αγαπημένο μου ψάρι είναι το λαβράκι.
sea breeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gentle wind blowing in from the sea)θαλασσινή αύρα έκφρ
 There's a constant sea breeze in California which makes the heat tolerable.
Sea Cadet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (member of junior Navy)δόκιμος ναυτικού φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  ναυτικός δόκιμος επίθ + ουσ αρσ/θηλ
sea captain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commander of a ship)πλοίαρχος, καπετάνιος ουσ αρσ
 My grandfather was a sea captain, the master of a merchant ship.
sea cow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manatee) (θαλάσσιο ζώο)μανάτος, τρίκερκος ουσ αρσ
 In Costa Rica they take good care to preserve the sea cows.
sea cruiser nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of pleasure boat) (επιβατικό, για κρουαζιέρες)κρουαζιερόπλοιο ουσ ουδ
  (ιδιωτικό)θαλαμηγός ουσ θηλ
  σκάφος αναψυχής φρ ως ουσ ουδ
sea dog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (veteran sailor) (μεταφορικά)θαλασσόλυκος ουσ αρσ
 Captain Ahab, whose face was scarred by lightning, was the ultimate seadog.
sea glass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (glass fragment worn smooth by the tide)γυαλί που λειάνθηκε και μοιάζει με βότσαλο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
sea ice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (frozen ocean water)θαλάσσιος πάγος επίθ + ουσ αρσ
sea level nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sea's surface height)στάθμη της θάλασσας περίφρ
 One third of the Netherlands is at or below sea level. Global warming is causing sea levels to rise worldwide.
 Το ένα τρίτο της Ολλανδίας είναι στη στάθμη της θάλασσας ή κάτω από αυτή. Η υπερθέρμανση του πλανήτη προκαλεί την αύξηση της στάθμης της θάλασσας παγκοσμίως.
sea life nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animals and plants of the ocean)θαλάσσια ζωή επίθ + ουσ θηλ
  υποθαλάσσια ζωή επίθ + ουσ θηλ
sea lion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large seal) (θαλάσσιο ζώο)θαλάσσιος λέων έκφρ
sea mist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thin fog coming in off the sea)ομίχλη/πάχνη από τη θάλασσα έκφρ
sea otter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marine mammal) (θαλάσσιο ζώο)βύδρα, ενυδρίδα ουσ θηλ
 Sea otters are amazingly agile swimmers, but rather clumsy on land.
sea salt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (salt extracted from the sea)θαλασσινό αλάτι έκφρ
 I always cook with sea salt.
sea scallop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large edible marine mollusc) (βρώσιμο μαλάκιο)χτένι ουσ ουδ
  (επίσημο: αλιεία)αμερικάνικο χτένι επίθ + ουσ ουδ
sea shell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outer casing of a marine mollusc)κοχύλι ουσ ουδ
sea squall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (windstorm at sea)θαλάσσια καταιγίδα επίθ + ουδ θηλ
  καταιγίδα στη θάλλασα περίφρ
sea squirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of marine creature) (επίσημο: αλιεία)χιτωνόζωα, ουροχορδωτά ουσ ουδ πλ
sea turtle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (aquatic tortoise that lives in the ocean)θαλάσσια χελώνα επίθ + ουσ θηλ
sea urchin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spiky round sea creature)αχινός ουσ αρσ
 He stepped on a sea urchin and the spines got stuck in his foot.
sea view nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (view over the ocean)θέα της θάλασσας περίφρ
  (περιγραφή μέρους/χώρου)θέα θάλασσα φρ ως ουσ θηλ
South China Sea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Pacific Ocean around southern Asia)Θάλασσα της Νότιας Κίνας, Νότια Κινεζική Θάλασσα, Νότια Σινική Θάλασσα φρ ως ουσ θηλ κύρ
Yellow Sea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Pacific Ocean around China)Κίτρινη Θάλασσα φρ ως ουσ θηλ κύρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sea bream στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sea bream'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης