searing

Listen:
 /ˈsɪərɪŋ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
searing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (heat: scorching) (μεταφορικά: ζέστη)αποπνικτικός επίθ
  φούρνος ουσ αρσ
 The tourists were suffering in the searing heat of the midday sun.
searing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (harshly critical) (μεταφορικά)καυστικός επίθ
  (μεταφορικά)δριμύς, οξύς επίθ
 The critic wrote a searing review of the play.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'searing' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση searing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'searing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: half | ground

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.