searing

 /ˈsɪərɪŋ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
searing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (heat: scorching) (ζέστη)καυτός επίθ
  (μεταφορικά)φούρνος ουσ αρσ
searing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (harshly critical) (κριτική)οξύς, δριμύς επίθ
Σχόλιο: οξύς - οξεία - οξύ, δριμύς - δριμεία - δριμύ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'searing' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση searing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'searing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης