Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


settle:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

settle: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
settlevtr (quarrel, dispute) διαφωνίαδιευθετώ, τακτοποιώ ρ.μετ.
 λύνω ρ.μετ.
They settled their dispute peacefully.
Διευθέτησαν (or: τακτοποίησαν) τις διαφορές τους ήρεμα.
Έλυσαν τις διαφορές τους ήρεμα.
settlevtr (price: agree to) τιμήσυμφωνώ ρ.μετ.
 συμβιβάζομαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένητα βρίσκω έκφρ.
We settled on a price after a few days of negotiation.
Συμφωνήσαμε στην τιμή έπειτα από κάποιες μέρες διαπραγματεύσεων.
Συμβιβαστήκαμε στην τιμή έπειτα από κάποιες μέρες διαπραγματεύσεων.
Τα βρήκαμε στην τιμή έπειτα από κάποιες μέρες διαπραγματεύσεων.
settlevi (make a home, live) διαμονήεγκαθίσταμαι ρ.αμ.
She eventually settled in New York.
Τελικά εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "settle".
Σύνθετοι Τύποι:
settle accountsv figurative (tend to unfinished business)τακτοποιώ, διακανονίζω, κλείνω λογαριασμό ρ.μετ.
settle accountsv literal (pay money owed)τακτοποιώ, διακανονίζω, κλείνω λογαριασμό ρ.μετ.
 καθομιλουμένηξεχρεώνω ρ.μετ.
settle accountsv US, informal (get even with)ανταποδίδω, εκδικούμαι ρ.μετ.
settle differencesv (be reconciled, reach agreement)συμφιλιώνω, συμβιβάζω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηξεκαθαρίζω μία κατάσταση ρ.μετ.
settle forvtr (be content with)περιορίζομαι, ικανοποιούμαι με, αρκούμαι, συμβιβάζομαι ρ.αμ.
settle forvtr (accept as payment)δέχομαι ως πληρωμή, συμβιβάζομαι ρ.μετ.
settle invi (make oneself at home)τακτοποιούμαι ρ.αμ.
 μεταοφρικάχαλαρώνω ρ.αμ.
settle invtr (help sb feel at home)βοηθώ κάποιον να τακτοποιηθεί, βοηθώ κάποιον να αισθανθεί σαν το σπίτι του ρ.μετ.
settle itv (resolve or agree on sth)διευθετώ, διακανονίζω, τακτοποιώ, ξεκαθαρίζω ρ.μετ.
settle onvtr (decide on, choose)διαλέγω, επιλέγω ρ.μετ.
settle the scorev figurative (take revenge)ανταποδίδω, εκδικούμαι ρ.μετ.
settle the scorev figurative (tend to unfinished business) μεταφορικάτακτοποιώ, διακανονίζω, τελειώνω ρ.μετ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'settle' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'settle'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad