Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


sex change:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες

sex: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
sexn (coitus, love)έρωτας ουσ.αρ.
 καθομιλουμένησεξ ουσ.ουδ.
 τυπικό, επίσημοσυνουσία ουσ.θηλ.
 επιστημονικόγενετήσια πράξη ουσ.θηλ.
The couple has sex twice per week.
Το ζευγάρι κάνει έρωτα δύο φορές την εβδομάδα.
Το ζευγάρι κάνει σεξ δύο φορές την εβδομάδα.
* Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες η συνουσία είναι ιδιωτική υπόθεση.
* Ο βιασμός είναι γενετήσια πράξη χωρίς την συγκατάθεση του θύματος.
sexn (gender)φύλο ουσ.ουδ.
 γένος ουσ.ουδ.
It is very hard to determine the sex of some birds.
Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις το φύλο σε μερικά είδη πουλιών.
Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις το γένος σε μερικά είδη πουλιών.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "sex".
Σύνθετοι Τύποι:
opposite sexn (man if woman; woman if man)αντίθετο φύλο ουσ.ουδ.
sex actn (sexual intercourse)γενετήσια πράξη, συνουσία ουσ.θηλ.
 καθομιλουμένησεξ ουσ.ουδ.
Note: σεξ: ξενικό, άκλιτο
sex goddessn figurative (very attractive woman) μεταφορικάθεά ουσ.θηλ.
sex objectn figurative (sb valued only for their attractiveness)σκεύος ηδονής ουσ.ουδ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'sex change' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'sex change'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad