shattered

Listen:
 /ˈʃætəd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
shattered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (broken in pieces)διαλυμένος, σπασμένος μτχ πρκ
  κομματιασμένος, θρυμματισμένος μτχ πρκ
  κομμάτια, θρύψαλα ουσ ουδ πλ
  (εμφατικός τύπος)χίλια κομμάτια επίθ + ουσ ουδ πλ
shattered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (destroyed) (μεταφορικά)διαλυμένος, σπασμένος, γκρεμισμένος μτχ πρκ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)κομμάτια ουσ ουδ πλ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
shattered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, figurative, slang (very tired) (μεταφορικά, ανεπίσημο)κομμάτια ουσ ουδ πλ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)πτώμα, λιώμα, χώμα ουσ ουδ ως επίθ άκλ
shattered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (upset) (μεταφορικά)διαλυμένος, καταρρακωμένος μτχ πρκ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shattered στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'shattered'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: pair | skirt

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.