shattered

SpeakerListen:
Scot
 /ˈʃætəd/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
shattered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (broken in pieces)κομματιασμένος, θρυμματισμένος μτχ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shattered στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'shattered'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης