shove

Listen:
 /ʃʌv/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
shove nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (push)σπρώξιμο ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)σπρωξιά ουσ θηλ
 Edward gave Larry a shove and knocked him off balance.
shove viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (push through)σπρώχνω ρ αμ
 There was a big crowd of people trying to get into the shop and everyone was pushing and shoving.
shove [sb],
shove [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(push roughly)σπρώχνω ρ μ
shove [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put hurriedly)χώνω, παραχώνω ρ μ
 Oliver shoved the paperwork into his bag.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
Shove it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (expressing contempt or anger) (αργκό, υβριστικό)βάλτο εκεί που ξέρεις, χώστο εκεί που ξέρεις φρ
  (αργκό: σταμάτα να μιλάς)βγάλε το σκασμό φρ
shove off interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (go away) (αργκό)άι χάσου, ξεκουμπίσου επιφ
 “Please go away” is a lot politer than “Shove off”.
shove off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." slang (leave, go) (αργκό)ξεκουμπίζομαι ρ αμ
  φεύγω ρ αμ
 We had to shove off before the party ended.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'shove' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shove στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'shove'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.