shovel

Listen:
 /ˈʃʌvəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
shovel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool for digging)φτυάρι ουσ ουδ
 The gravedigger leaned on his shovel.
shovel [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (dig or move with shovel)φτυαρίζω ρ μ
  σκάβω ρ μ
  βγάζω με το φτυάρι περίφρ
 Laura shoveled earth out of the hole she was digging for a garden pond.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
shovel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shovelful) (κίνηση και ποσότητα)φτυαριά ουσ θηλ
  (ποσότητα)φτυάρι ουσ ουδ
 The hole grew bigger as each shovel of soil was removed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
shovel up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (collect or scoop)φτυαρίζω ρ μ
 Workers had to spend weeks shovelling up the tar that had been washed onto the beach.
snow shovel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spade for clearing snow)φτυάρι ουσ ουδ
  (κατά λέξη)φτυάρι για το χιόνι περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'shovel' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shovel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'shovel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.