shuffle

Listen:
 [ˈʃʌfəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shuffle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (walk slowly)σέρνω τα πόδια μου έκφρ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)σέρνομαι ρ αμ
 The old man shuffled along the street.
 Ο ηλικιωμένος άνδρας έσυρε τα πόδια του κατά μήκος του δρόμου.
shuffle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (mix playing cards)ανακατεύω ρ αμ
  ανακατεύω τα χαρτιά, ανακατεύω την τράπουλα περίφρ
 Emma shuffled and then dealt.
shuffle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (playing cards: mix randomly)ανακατεύω ρ μ
 The dealer shuffled the pack.
 Αυτός που μοίραζε ανακάτεψε την τράπουλα.
shuffle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mix carelessly)ανακατεύω ρ μ
 The boss shuffled his papers nervously, not knowing what to say to the employee he had just fired.
 Το αφεντικό ανακάτεψε τα χαρτιά του νευρικά χωρίς να ξέρει τι να πει στον υπάλληλο που είχε μόλις απολύσει.
shuffle [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (employees: reassign jobs)αναδιοργανώνω ρ μ
  (σε κτ/κπ)κάνω ανακατατάξεις περίφρ
  αλλάζω θέσεις, αλλάζω πόστο περίφρ
 The company is shuffling its staff in an effort to save jobs, but still cut costs.
 Η εταιρεία κάνει ανακατατάξεις στο προσωπικό της σε μια προσπάθεια να κρατήσει τις θέσεις εργασίας, μειώνοντας παράλληλα το κόστος.
shuffle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slow walk)σύρσιμο των ποδιών περίφρ
 The old lady moved across the road at a shuffle.
 Η ηλικιωμένη κυρία διέσχισε τον δρόμο με ένα σύρσιμο των ποδιών της.
shuffle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (random mixing of playing cards)ανακάτεμα ουσ ουδ
 One of the players complained that the shuffle hadn't been thorough enough.
 Ένας από τους παίχτες παραπονέθηκε πως το ανακάτεμα δεν ήταν αρκετά καλό.
shuffle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music player: random order)τυχαία αναπαραγωγή επίθ + ουσ θηλ
  shuffle ουσ ουδ άκλ
 James put his music player on shuffle.
 Ο Τζέιμς έβαλε τη συσκευή μουσικής σε τυχαία αναπαραγωγή.
shuffle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mixing)ανακάτεμα ουσ ουδ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shuffle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rustling sound)ήχος ανακατέματος περίφρ
 Lauren thought she was alone in the office, but then she heard the shuffle of papers behind her.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
shuffle [sth] off,
shuffle off [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(get rid of, shirk)ξεφορτώνομαι ρ αμ
  φορτώνω σε άλλον περίφρ
 My boss was in the habit of shuffling his work off onto the rest of us.
shuffle off vi + adv (walk away with short steps)απομακρύνομαι
shuffle over vi + adv (drag your feet in approaching) (μτφ: σέρνω τα πόδια μου)σέρνομαι ρ αμ
 The old man shuffled over to the desk.
shuffle the cards v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (playing cards: mix up the deck)ανακατεύω τράπουλα/χαρτιά έκφρ
 You need to shuffle the cards before you start the poker game.
shuffle your feet v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (walk slowly)σέρνω τα πόδια μου έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'shuffle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: a [cabinet, work, midseason, party] shuffle, changed [desks, jobs] following an office shuffle, put the [MP3, CD] player on shuffle, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shuffle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'shuffle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: cork | gall

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης