sincerity

SpeakerListen:
 /sɪnˈserɪtɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
sincerity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (honesty)ειλικρίνεια ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'sincerity' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sincerity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sincerity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης