sincerity

SpeakerListen:
UK-RP
 /sɪnˈserɪtɪ/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
sincerity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (honesty)ειλικρίνεια ουσ.θηλ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'sincerity' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sincerity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sincerity'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης