sincerity

Listen:
 /sɪnˈserɪtɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
sincerity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (honesty)ειλικρίνεια ουσ θηλ
 The sincerity of the girl's apology touched Marie.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'sincerity' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sincerity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sincerity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dark | clutch

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.