sinful

Listen:
 /ˈsɪnfʊl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
sinful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (act: wicked, immoral) (ενέργεια)αμαρτωλός επίθ
 Lying to your parents is a sinful thing to do.
sinful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: who commits sins) (άτομο)αμαρτωλός επίθ
 It is rumored that the killer is a sinful person who feels no remorse.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'sinful' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sinful στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sinful'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: promise | hedge

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.