singly

 /ˈsɪŋglɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
singly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (individually)μεμονωμένα επίρ
singly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (alone)μεμονωμένα επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'singly' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση singly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'singly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης