singly

 /ˈsɪŋɡlɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
singly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (individually)χωριστά, ξεχωριστά επίρ
  ατομικά, προσωπικά
 Everyone is singly responsible for their own actions.
singly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (alone)ατομικά, προσωπικά επίρ
  μεμονωμένα επίρ
  (καθομιλουμένη)μόνος επίθ ως επίρ
 If the house is singly considered, it is a good investment.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'singly' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση singly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'singly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: view | notch

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.