skill

Listen:
 [ˈskɪl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often pl (aptitude, ability)ικανότητα, επιδεξιότητα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)ταλέντο ουσ ουδ
 He has a special skill with the football.
 Έχει ιδιαίτερη ικανότητα (or: επιδεξιότητα) στο ποδόσφαιρο.
 Έχει ιδιαίτερο ταλέντο στο ποδόσφαιρο.
skill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expertise, mastery)δεξιότητα ουσ θηλ
 Performing surgery requires special skill.
 Πρέπει να έχεις ειδικές δεξιότητες για να μπορείς να κάνεις εγχειρήσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
game of skill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (activity: depends on skill)παιχνίδι ικανοτήτων, παιχνίδι δεξιοτήτων περίφρ
 Chess is a game of skill.
marketable skill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commercially useful ability)αξιοποιήσιμο προσόν επίθ + ουσ ουδ
  αξιοποιήσιμη δεξιότητα επίθ + ουσ θηλ
 Before applying for a job, think of your marketable skills and list them, such as computer knowledge or other langauges you speak.
practical skill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dexterity, expertise in practice)πρακτικές δεξιότητες επίθ + ουσ θηλ
 There are two parts to the test: theoretical knowledge and practical skill. He's brilliant at theory but has no practical skill at all.
skill level nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (degree of competence or expertise)επίπεδο δεξιοτήτων, επίπεδο ικανοτήτων περίφρ
skill set nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (practical competences required)προσόντα ουσ ουδ πλ
  ικανότητες, δεξιότητες ουσ θηλ πλ
  σύνολο προσόντων, σύνολο ικανοτήτων, σύνολο δεξιοτήτων περίφρ
skill up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (increase one's competence or expertise)βελτιώνομαι ρ αμ
  βελτιώνω τις ικανότητες μου περίφρ
  γίνομαι καλύτερος ρ έκφρ
technical skill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (practical or mechanical ability)τεχνική ικανότητα ουσ θηλ
with skill advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a dexterous way)με δεξιοτεχνία επίρ
 The concert pianist played the piece with skill.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'skill' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: lacks (basic) [social, people] skills, skill [sets, levels, tests], lacks the [technical, leadership, problem-solving] skills needed to, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση skill στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'skill'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: guest | cheapskate

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης