slay

Listen:
 /sleɪ/


Του ρήματος: "to slay"

Απλός αόριστος: slew
Παθητική μετοχή: slain

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
slay vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (kill) (λόγιος)φονεύω ρ μ
  (λόγιος: πιο βάναυσο)σφαγιάζω ρ μ
  σκοτώνω ρ μ
slay [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (delight or amuse) (μεταφορικά, ανεπίσημο)πεθαίνω ρ μ
 "You slay me, Laura!" Tom said, laughing.
 «Θα με πεθάνεις, ρε Λόρα!», είπε ο Τομ γελώντας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Collocations: slay [a dragon, the enemy, the beast], his [jokes, wit, sense of humor] slew them, slain [by a gun, by the enemy, in a shootout, in his bed], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slay στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'slay'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.