slick

SpeakerListen:
Scot
 /slɪk/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
slick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (slippery)ολισθηρός, γλιστερός επίθ.
slick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (action: smooth, easy) (ενέργεια)επιδέξιος, επιτήδειος επίθ.
slick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (person: practised) (άτομο ικανό)επιδέξιος, επιτήδειος επίθ.
  (καθομιλουμένη)καπάτσος, καταφερτζής επίθ.
  (αρνητικό)γλοιώδης επίθ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
slick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (racing tyre without tread)μη διαθέσιμη μετάφραση
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Περιφραστικά: φαγωμένο ελαστικό σε αυτοκίνητο αγώνων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
oil slick,
slick
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(layer of spilt oil)πετρελαιοκηλίδα ουσ.θηλ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
slick | oil slick
oil slick,
slick
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(layer of spilt oil)πετρελαιοκηλίδα ουσ.θηλ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'slick' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slick στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'slick'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης