slick

Listen:
 /slɪk/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
slick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (slippery)ολισθηρός επίθ
  (καθομιλουμένη)γλιστερός επίθ
 Tara slipped on the slick ice.
slick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (action: smooth, easy)επιδέξιος επίθ
  αβίαστος επίθ
 With a slick movement, the goalkeeper caught the ball.
slick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (oily)που γυαλίζει, που λάμπει περίφρ
  λιπαρός επίθ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)λαδωμένος μτχ πρκ
 After her run, Emily's skin was slick with sweat.
slick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hair: styled with oil, gel)που γυαλίζει, που λάμπει περίφρ
  στρωμένος, φτιαγμένος μτχ πρκ
  (ανεπ, μτφ: άσχημο)λαδωμένος μτχ πρκ
 James's hair was slick with gel.
slick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (person: practised)επιδέξιος, ικανός, καλός επίθ
  έμπειρος επίθ
 Glenn is a slick salesman.
slick at [sth] adj + prep figurative (person: practised) (με γενική)δεξιοτέχνης ουσ αρσ/θηλ
  (σε κάτι)μάστορας, μαστόρισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (μτφ, καθομ: σε κτ)αστέρι ουσ ουδ
slick at doing [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (person: practised) (μτφ, καθομ: σε κτ)αστέρι ουσ ουδ
 Patricia is slick at making sales.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
slick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (well executed)άψογος, εξαιρετικός, εξαίρετος, έξοχος επίθ
  αψεγάδιαστος επίθ
 The producers had put together a really slick show.
slick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (racing tyre without tread) (συνήθως πληθυντικός)λάστιχο slick, ελαστικό slick, λάστιχο τύπου slick, ελαστικό τύπου slick φρ ως ουσ ουδ
slick,
oil slick
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (patch of spilled oil)πετρελαιοκηλίδα ουσ θηλ
 Environmentalists say the slick is spreading at an alarming rate.
slick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (glossy magazine)περιοδικό ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
oil slick,
slick
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(layer of spilt oil)πετρελαιοκηλίδα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
slick | oil slick
EnglishGreek
oil slick,
slick
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(layer of spilt oil)πετρελαιοκηλίδα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'slick' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slick στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'slick'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης