Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


slow:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

slow: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
slowadj (not moving fast) όχι γρήγοροςαργός επίθ.
 επίσημοβραδύς επίθ.
While she runs fast, I am more of a slow runner.
Ενώ εκείνη τρέχει γρήγορα, εγώ είμαι μάλλον αργός στο τρέξιμο.
* Ο ρυθμός ανάκαμψης του ευρώ έναντι του δολαρίου είναι βραδύς.
slowadj (not designed for speed)αργός επίθ.
His bike is slow, while her bike is much faster.
Το ποδήλατό του είναι αργό, ενώ το δικό της είναι πολύ πιο γρήγορο.
slowadj (mentally: slow to learn) νοητικάαργόστροφος επίθ.
 επίσημο, αρχαϊκόβραδύνους, δύσνους επίθ.
We have one student who is a bit slow, but the rest all understand.
Έχουμε έναν μαθητή που είναι λίγο αργόστροφος, αλλά όλοι οι υπόλοιποι καταλαβαίνουν.
Έχουμε έναν μαθητή που είναι λίγο βραδύνους (or: δύσνους), αλλά όλοι οι υπόλοιποι καταλαβαίνουν.
slowvi (reduce speed) μειώνω ταχύτηταεπιβραδύνω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηκόβω ταχύτητα έκφρ.
He slowed to look at the accident scene.
Επιβραδύναμε για να κοιτάξουμε τον τόπο του ατυχήματος.
Κόψαμε ταχύτητα για να κοιτάξουμε τον τόπο του ατυχήματος.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "slow".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'slow' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'slow'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad