slum

Listen:
 /slʌm/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
slum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (deprived urban neighbourhood) (μεγάλη έκταση)παραγκούπολη ουσ θηλ
  φτωχογειτονιά ουσ θηλ
 Many people in developing countries still live in slums.
slum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (squalid home)τρώγλη ουσ θηλ
  φτωχόσπιτο ουσ ουδ
  παράγκα ουσ θηλ
 Their house was a slum, built from bits of junk and corrugated iron.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
slum n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (relating to a slum)των παραγκουπόλεων περίφρ
  των φτωχογειτονιών περίφρ
 There are a lot of slum dwellers in this city.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
slum it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (go somewhere below your status)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The lord of the manor was slumming it with the locals in the pub again.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'slum' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slum στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'slum'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clear | tie

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.