sly

Listen:
 [ˈslaɪ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sly adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: deceiving)ύπουλος επίθ
  πονηρός επίθ
 Julia is so sly; she says one thing to my face and another behind my back.
 Η Τζούλια είναι τόσο ύπουλη. Άλλα λέει σε μένα και άλλα πίσω από την πλάτη μου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sly adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (smart)έξυπνος, ευφυής επίθ
  πανούργος επίθ
 That was a sly move; you got just what you wanted.
sly adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (mischievous, playful)πονηρός επίθ
 Patrick gave Martha a sly wink as he hid the boss's favourite pen.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
as sly as a fox adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (devious, cunning)πονηρός σαν αλεπού έκφρ
 Reynard was as sly as a fox as he wheedled his way into the hen house.
on the sly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (secretly)στα κρυφά έκφρ
  (καθομιλουμένη)στη ζούλα έκφρ
 He spent a lot of his career playing computer games on the sly.
sly as a fox adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (devious, cunning)πονηρός σαν αλεπού έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: a sly [woman, man, person, individual], (as) sly as a fox, you sly old [devil, fox]!, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: mood | creepy

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης